Έχω Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου; - Irritable bowel Syndrome (Greek & English text)

Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου αποτελεί ένα παγκόσμιο πρόβλημα το οποίο επηρεάζει το 7-15% του πληθυσμού με μεγαλύτερη συχνότητα στις γυναίκες και σε άτομα ηλικιακά κάτω των πενήντα (Altobelli, Negro, Angeletti, & Latella, 2017; Mckenzie et al., 2016). Στην ουσία είναι μια χρόνια γαστρεντερική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από κοιλιακό άλγος ή ενόχληση σχετιζόμενα με αλλοιωμένη λειτουργία του εντέρου, ενώ, δεν υπάρχει καμία οργανική ασθένεια (Mckenzie et al., 2016). Εκτός από το κοιλιακό άλγος παρατηρούνται φουσκώματα, δυσκοιλιότητα ή/και διάρροια που όλα μαζί καταλήγουν να επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των ασθενών και να οδηγούν σε αυξημένα ποσοστά ψυχολογικής καταπόνησης (Altobelli et al., 2017).

Irritable bowel syndrome is a global problem that affects 7-15% of the population more often in women and people under the age of fifty (Altobelli, Negro, Angeletti, & Latella, 2017; Mckenzie et al., 2016). It is essentially a chronic gastrointestinal disorder characterized by abdominal pain or discomfort associated with impaired bowel function, while, there is no organic disease (Mckenzie et al., 2016). In addition to abdominal pain, there are bloating, constipation and / or diarrhea that all together affect the quality of life of patients and lead to increased rates of psychological stress (Altobelli et al., 2017).


Γενικά, η φυσιοπαθολογία αυτού του συνδρόμου δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη, εντούτοις, υπάρχουν ενδείξεις ότι πιθανόν τα συμπτώματα να προκύπτουν από μεταβολή της γαστρεντερικής κινητικότητας σε συνδυασμό με σπλαχνική υπερευαισθησία, φλεγμονή χαμηλού βαθμού, αλλοιωμένη μικροχλωρίδα και διάφορα συστατικά στα τρόφιμα (Altobelli et al., 2017). Επιπλέον, ρόλο παίζουν και ψυχολογικοί παράγοντες, ανωμαλίες στο νευροενδοκρινικό σύστημα και η κληρονομικότητα.

In general, the physiopathology of this syndrome is not entirely clear, however, there are indications that the symptoms may be due to altered gastrointestinal motility in combination with visceral hypersensitivity, low-grade inflammation, altered microflora, and various food ingredients (Altob et al. 2017). In addition, psychological factors, disorders of the neuroendocrine system and heredity play a role.


Οι πάσχοντες κατηγοριοποιούνται ανάλογα με τις διαφορές που παρουσιάζονται στην κένωση

Patients are categorized according to the differences that occur in the bowel movement


Πως όμως μπορεί να διαγνωστεί αυτό το σύνδρομο; Δυστυχώς, δεν υπάρχει κάποια βιοχημική, ιστοπαθολογική ή ακτινολογική δοκιμή, αντιθέτως, η διάγνωση γίνεται βάση την αξιολόγηση των συμπτωμάτων. σήμερα ισχύουν τα κριτήρια Rome IV τα οποία διατυπώθηκαν το 2016 (Kim & Jee, 2019). Σύμφωνα με αυτή τη διαγνωστική μέθοδο το άτομο θα πρέπει να αναφέρει επαναλαμβανόμενο κοιλιακό πόνο τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα τους τελευταίους τρεις μήνες, σε συνδυασμό με ανωμαλίες κατά την κένωση σε επίπεδο αλλαγής της συχνότητας ή της μορφής των κοπράνων (Management, 2017). Παράγοντες όπως, ηλικία πάνω από πενήντα ετών, συμπτώματα πολύ μικρής διάρκειας, απώλεια βάρους, αναιμία, αιμορραγία από το ορθό και παρουσία φλεγμονής ή μόλυνσης δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη (El-Salhy, M.,2012).

But how can this syndrome be diagnosed? Unfortunately, there is no biochemical, histopathological or radiological test, on the contrary, the diagnosis is made based on the evaluation of the symptoms. the Rome IV criteria formulated in 2016 (Kim & Jee, 2019) apply today. According to this diagnostic method the person should report recurrent abdominal pain at least once a week for the last three months, in combination with abnormalities during defecation in terms of change in the frequency or shape of the stool (Management, 2017). Factors such as age over fifty, very short-lived symptoms, weight loss, anemia, rectal bleeding and the presence of inflammation or infection should not be considered (El-Salhy, M., 2012).



Υπάρχει ένα ευρύ φάσμα φαρμακευτικών θεραπειών που όμως στοχεύουν σε ένα και μόνο σύμπτωμα συνήθως το κυρίαρχο. Παρουσία όμως πολλαπλών συμπτωμάτων οι θεραπείες αυτές είναι ανεπαρκής (Altobelli et al., 2017; Camilleri, 2018). Επί το παρόν οι θεραπείες αφορούν αλλαγές στον τρόπο ζωής, αλλαγές στη διατροφή, εναλλακτικές θεραπείες με βότανα, με προβιοτικά και συγκεκριμένα φάρμακα αλλά και θεραπείες με βάση τη ψυχολογία (Camilleri, 2018)

There is a wide range of drug treatments that however target a single symptom usually the predominant one. However, in the presence of multiple symptoms, these treatments are insufficient (Altobelli et al., 2017; Camilleri, 2018). Currently the treatments concern lifestyle changes, dietary changes, alternative therapies with herbs, probiotics and specific drugs but also treatments based on psychology (Camilleri, 2018)


Κάποιες μελέτες εξέτασαν τον παράγοντα της άσκησης ως μέσω βελτίωσης των συμπτωμάτων. Τα ευρήματα μιας συγκεκριμένης έρευνας υποστηρίζουν ότι 20-60 λεπτά μέτριας έως έντονης άσκησης όπως περπατήματος, ποδηλασίας και αερόβιας άσκησης με συχνότητα 3-5 φορές την εβδομάδα βελτιώνουν σημαντικά τόσο τα συμπτώματα του συνδρόμου όσο και ψυχολογικά συμπτώματα. Μια άλλη έρευνα έδειξε πως συγκεκριμένα η yoga ως μέθοδος εκγύμνασης είχε θετικά αποτελέσματα (Camilleri, 2018).

Some studies have looked at exercise as a way to improve symptoms. The findings of a specific study suggest that 20-60 minutes of moderate to vigorous exercise such as walking, cycling and aerobic exercise 3-5 times a week significantly improve both the symptoms of the syndrome and the psychological symptoms. Another study showed that yoga in particular as a method of exercise had positive results (Camilleri, 2018).


Σύμφωνα με έρευνες πάνω από το 70% των ασθενών συσχετίζουν την εμφάνιση ή και επιδείνωση των συμπτωμάτων με την κατανάλωση συγκεκριμένων τροφίμων (Altobelli et al., 2017). Αυτό μπορεί να συμβαίνει για τέσσερεις λόγους. Πρώτα, εξαιτίας της αντίδρασης του παχέος εντέρου στην κατάποση ορισμένων τροφών. Δεύτερον, εξαιτίας αλλαγών στη φυσική μικροχλωρίδα του εντέρου το οποίο και μπορεί να μεταβληθεί άμεσα μετά από αλλαγές στη διατροφή. Τρίτον, οι αδιάλυτες φυτικές ίνες πιθανόν να επιδεινώσουν τα συμπτώματα. Τέταρτο και τελευταίο, ορισμένα διατροφικά αντιγόνα ενδέχεται να μεταβάλουν το φραγμό του εντερικού επιθηλίου (Camilleri, 2018).

According to research, over 70% of patients associate the appearance or even worsening of symptoms with the consumption of specific foods (Altobelli et al., 2017). This can happen for four reasons. First, because of the reaction of the colon to the ingestion of certain foods. Secondly, due to changes in the natural microflora of the intestine which can be changed immediately after changes in diet. Third, insoluble fiber may make symptoms worse. Fourth and last, some dietary antigens may alter the intestinal epithelial barrier (Camilleri, 2018).


Οι γενικές διατροφικές οδηγίες για το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου περιλαμβάνουν την κατανάλωση συχνών προγραμματισμένων γευμάτων, μείωση των φυτικών ινών, μείωση της καφεΐνης του αλκοόλ, των λιπαρών τροφών, αποφυγή της λακτόζης για ορισμένους μόνο ασθενείς, αποφυγή τροφίμων όπως σιτάρι, φρουκτόζη και γαλακτοκομικά τα οποία προωθούν την ενεργοποίηση του εντέρου και τέλος, αποφυγή των τροφών που οδηγούν σε αυξημένη παραγωγή αερίων όπως τα φασόλια, και τα κρεμμύδια. Παρόλα αυτά, η αποφυγή κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων, λιπαρών τροφίμων, εσπεριδοειδών, σιταριού, καφεΐνης και αλκοολούχων ποτών οδήγησαν σε αμελητέα βελτίωση των συμπτωμάτων (Altobelli et al., 2017).

General dietary guidelines for Irritable Bowel Syndrome include eating frequent scheduled meals, reducing fiber, reducing caffeine, alcohol, fatty foods, avoiding lactose for certain patients only, avoiding foods such as whole grains and fructose. promote intestinal activation and finally, avoid foods that lead to increased gas production such as beans, and onions. Nevertheless, avoiding the consumption of dairy products, fatty foods, citrus fruits, wheat, caffeine and alcoholic beverages led to a negligible improvement in symptoms (Altobelli et al., 2017).


Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ραγδαία η υπόθεση ότι μια δίαιτα μειωμένη σε χαμηλού βαθμού ζυμώσιμους ολιγοσακχαρίτες, δισακχαρίτες μονοσακχαρίτες και πολυόλες θα βοηθήσει σημαντικά τα άτομα με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου- low FODMAP diet (Mckenzie et al., 2016). Τα FODMAPs περιλαμβάνουν ωσμωτικά ενεργούς υδατάνθρακες μικρής αλύσου οι οποίοι δεν απορροφούνται πλήρως και ζυμώνονται ταχέως από τα βακτηρίδια του εντέρου. Αυτά μπορεί να είναι για παράδειγμα η φρουκτόζη, η λακτόζη, οι φρουκτάνες, οι γαλακτάνες και οι πολυόλες. Όσον αφορά την δίαιτα χαμηλή σε FODMAPs πολλές έρευνες υποστηρίζουν τα ωφέλημα αποτελέσματα που επιφέρει και 70% των ασθενών που την ακολούθησαν δήλωσαν ανακούφιση από ορισμένα συμπτώματα. Στην αντίθετη όψη υπάρχουν αναφορές που δηλώνουν ότι η μακρόχρονη εφαρμογή της δίαιτας πάνω από 18 μήνες μπορεί να επιφέρει άλλα προβλήματα όπως ανεπάρκεια σε θρεπτικά συστατικά και κυρίως φυτικές ίνες. Συνεπαγόμενο είναι πως τα τρόφιμα FODMAP θα πρέπει σιγά σιγά να επανενταχθούν στη διατροφή του ατόμου με τη καθοδήγηση πάντοτε ενός ειδικού (Altobelli et al., 2017).

In recent years, the hypothesis that a diet reduced to low-grade fermentable oligosaccharides, disaccharides monosaccharides and polyols will significantly help people with irritable bowel syndrome - low FODMAP diet (Mckenzie et al., 2016). FODMAPs contain osmotically active short chain carbohydrates that are not fully absorbed and are rapidly fermented by gut bacteria. These may be, for example, fructose, lactose, fructans, galactans and polyols. Regarding the diet low in FODMAPs, many studies support the beneficial results and 70% of patients who followed it reported relief from some symptoms. On the contrary there are reports that long-term application of the diet over 18 months can lead to other problems such as deficiency in nutrients and mainly fiber. The implication is that FODMAP foods should be slowly reintegrated into the individual's diet under the guidance of a specialist (Altobelli et al., 2017).








Bibliography

· Altobelli, E., Negro, V. Del, Angeletti, P. M., & Latella, G. (2017). Low-FODMAP Diet Improves Irritable Bowel Syndrome Symptoms : A Meta-Analysis, 1–19. https://doi.org/10.3390/nu9090940

· Camilleri, M. (2018). Management Options for Irritable Bowel. Mayo Clinic Proceedings, 93(12), 1858–1872. https://doi.org/10.1016/j.mayocp.2018.04.032

· Kim, J. H., & Jee, S. R. (2019). Irritable Bowel Syndrome, 73(2), 84–91.

· Management, B. (2017). Cognitive-behavioral therapy for patients with irritable bowel syndrome : current insights, 231–237.

· Mckenzie, Y. A., Bowyer, R. K., Leach, H., Gulia, P., Horobin, J., Sullivan, N. A. O., … Guideline, I. B. S. D. (2016). British Dietetic Association systematic review and evidence- based practice guidelines for the dietary management of irritable bowel syndrome in adults ( 2016 update ), 549–575. https://doi.org/10.1111/jhn.12385

· El-Salhy, M. (2012). Irritable Bowel Syndrome : Diagnosis, Pathogenesis and Treatment Options. New York: Nova Science Publishers, Inc. Retrieved from http://search.ebscohost.com/login.aspx?direct=true&AuthType=ip,sso&db=nlebk&AN=605478&site=eds-live


10 views0 comments